Ένα αφιέρωμα στην ποίηση

Ένα αφιέρωμα στην ποίηση

Η ποίηση, γέννημα του ρήματος ποιώ = δημιουργώ, μας κάνει δημιουργούς. Είναι ίσως η μεγαλύτερη παρηγοριά του ανθρώπου στο χθες και το σήμερα, ενώ αποτελεί σημαντικό κομμάτι της πολιτισμικής κληρονομιάς κάθε λαού. Έχει τεράστια παιδαγωγική αξία, ενεργοποιεί την κριτική σκέψη, τον προβληματισμό, τη φαντασία και το συναίσθημά μας. Η ποίηση θέλει ψυχή και όχι κανόνες, γιατί απευθύνεται στα συναίσθημα και όχι στην λογική. Στοχεύει στον στοχασμό αντί στην αδρανοποίηση του ανθρώπινου νου.

Στις 21 Μαρτίου, καθιερώθηκε η Ημέρα Ποίησης το 1998, από την Εταιρεία Συγγραφέων, ενώ το 2001, ύστερα από εισήγηση του τότε προέδρου της Εταιρείας Βασίλη Βασιλικού, η UNESCO υιοθέτησε την «Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» αναθέτοντας στη χώρα μας να οργανώσει τον πρώτο διεθνή εορτασμό.

«Δεν θα βρεις την ποίηση πουθενά αν δεν την κουβαλάς μέσα σου» , λέει ο Ζουμπέρ Τζόζεφ και με αφορμή την σημερινή μέρα παραθέτουμε το παρακάτω αφιέρωμα γνωστών ποιημάτων ελλήνων δημιουργών…. για να νιώσουμε πόση ποίηση κουβαλάμε μέσα μας…

 

1.Ο Καιόμενος – Τάκης Σινόπουλος

 

« Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

 

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

 

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

 

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

 

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

 

Γινόταν ήλιος.

 

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές

άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

 

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.»

2.Να μάθεις να φεύγεις – Μενέλαος Λουντέμης

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών.

Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.

Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.

Να φεύγεις !

Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.

Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.

Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.

Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.

Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).

Αποδέξου το.

Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.

Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.

Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.

Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.

Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.

Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.

Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.

Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς-οι τρίτες για τους γελοίους.

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.

Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα– όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.

Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

  1. Γιατί μ’ αγάπησες, Μαρία Πολυδούρη

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα και σε βροχή, σε χιόνια, δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,  μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο της ύπαρξής μου στέμμα, μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες και στη ματιά σου να περνάη

είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο να παίζει, να πονάη, μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα, σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα, γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια, μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες

κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

 

  1. Αγαπάω – Νίκος Καββαδίας

«Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,

Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,

Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,

Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ ένα δισάκι

Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.

Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,

Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν

Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους

Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου

Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια

Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω

Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,

Κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες

Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.

Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό, τι κλαίει

Γιατί μοιάζει με μένα.»

  1. Πληθυντικός αριθμός, Κική Δημουλά

Ο έρωτας

όνομα ουσιαστικόν

πολύ ουσιαστικόν,

ενικού αριθμού, γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,

γένους ανυπεράσπιστου.

 

Πληθυντικός αριθμός

οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,

όνομα ουσιαστικόν,

στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός:

οι φόβοι.

Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων,

ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού

και άκλιτη.

Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα, όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,

ενικός αριθμός.

Πληθυντικός αριθμός

οι νύχτες.

Οι νύχτες από δω και πέρα.

  1. Φυγή, Γιώργος Σεφέρης

Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.

  1. Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, Γιάννης Ρίτσος

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται

που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι

θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

Άφησέ με να’ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου

λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,

ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι άυλη

τόσο θετική σαν μεταφυσική

που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις

πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις

πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,

κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο

του φουστανιού μου

σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος

νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,

κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,

δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,

(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου

είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).

Άφησε με να’ ρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,

μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –

θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,

τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα

στο σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής

απ’ τα γόνατά της

ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη

πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς

με τόση δυσπιστία –

λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες

να κάθεσαι

και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

– μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα

δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’

την ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυό

σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει

ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.

Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,

όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς

με το λιόγερμα

ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι

εργάτες το αντικρινό γιαπί

ή να σκουπίζω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου·

ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι

ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα

πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο

με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες……(συνεχίζεται)

 

 

Άλλωστε κάθε μορφή τέχνης τιθασεύει και εξελίσσει τον άνθρωπο και όπως λέει και ο Ντελακρουά «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση».

 

poihsh


Το psygrams.com σέβεται την ιδιωτικότητά σας

Επιβεβαιώστε εάν αποδέχεστε την παρακολούθηση του Google Analytics. Μπορείτε επίσης να απορρίψετε την παρακολούθηση, ώστε να μπορείτε να συνεχίσετε να επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας χωρίς να αποστέλλονται δεδομένα στο Google Analytics.